Ο νέος μόλις είχε μπει στο σπίτι της όταν έπεσε πάνω στον πίνακα του Charles Paul Landon που απέδιδε τον Δαίδαλο να βοηθά τον γιο του να ανυψωθεί. Την βρήκε όρθια στην πίσω αυλή, δίπλα σε μια πέρδικα που έστεκε στο κλαδί με ένα νεκρό φίδι στο στόμα. Δε γνώριζε την ύπαρξη αυτής της γυναίκας. Τον είχε καλέσει η ίδια. Του είπε ότι ήθελε να του μιλήσει. Μάλιστα, η φράση που χρησιμοποίησε ακριβώς ήταν: «Ήρθε η ώρα!».

Τον έβαλε κάτω από μια παμπάλαια κουτσουρεμένη λυγαριά και κάθισε δίπλα του – πρώτη φορά καθόταν κάποιος δίπλα του για να μιλήσει στο κασετοφωνάκι. Ξεκίνησε να μιλά. Αμέσως τού ήρθε στο νου ο ήχος της φωνής της όταν πρωτομίλησαν, που τη ρώτησε ποια είναι και η απάντησή της του ‘κοψε τα γόνατα: «Με λένε Ναυκράτη. Μια δούλα είμαι. Η μάνα του Ικάρου». 

Ένα μεσημέρι, γύρισα σπίτι και είδα τον άντρα μου να μαζεύει βιαστικά την αλληλογραφία του.

– Τι είναι αυτά τα γράμματα;  τον ρώτησα.
– Δεν είναι γράμματα. Κάτι νέα μου σχέδια για να βοηθήσω το γιο μας να βρει το δρόμο του.

Με είχε γοητεύσει κι ας ήταν από προξενιό.  Ήταν έξυπνος, μεθοδικός, τολμηρός κι εγώ απλώς μια δούλα, όμορφη ‘λέγαν. Κι ο ίδιος μού έλεγε συχνά για τα «γεμάτα μάτια» μου. Όμως ήξερα, με το που πάτησε το πόδι του στην Κρήτη, καιρό πριν παντρευτούμε, τι τον είχε φέρει μέχρι εδώ: Η εξορία για τη δολοφονία του ανιψιού του. Βλέπεις, ο Τάλως θα γινόταν άριστος τεχνίτης. Όμως  η εφεύρεση του πριονιού τού στοίχησε τη ζωή. Ήταν αλαζόνας ο Δαίδαλος. Δε θα επέτρεπε κανένας να τον ξεπεράσει και ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα για να πετύχουν τα σχέδια του. Και κυρίως για να τα δοκιμάσει…

Και εδώ που ήρθε, μη νομίζεις ότι άλλαξε συμπεριφορά. Έκανε τα χατίρια όσων μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τα έργα του. Μα το πιο πανούργο ήταν ότι ταίριαζε αυτό που ήθελε κάθε φορά να δοκιμάσει, με το θέλω και τη ψυχοσύνθεση εκείνου που του το ζητούσε. Τα ίδια έκανε από τον Μίνωα μέχρι την Πασιφάη.

Και όταν τον είδα με αυτά τα χαρτιά στο χέρι, ο νους μου πήγε αμέσως στο κακό. Ποιο θα ήταν το επόμενο του σχέδιο. Μα έκανα λάθος. Εκείνος ήδη οργάνωνε το μεθεπόμενο…

Ο Μίνωας τον είχε φυλακίσει μέσα στον λαβύρινθο και είχε φροντίσει για μένα – ήμουν αγαπημένη του δούλα βλέπεις- και τον γιο μας να έχουμε μια κάμαρα δίπλα στον λαβύρινθο. Μπορούσε να έρχεται να μας επισκέπτεται μια φορά την εβδομάδα. Ο χώρος φρουρούνταν, επειδή όμως ο άντρας μου ήταν ξακουστός και τον συμπαθούσαν οι στρατιώτες, ερχόταν να μας βρει πολύ συχνότερα.

Όταν ο Δαίδαλος μού αποκάλυψε το σχέδιο του για τα φτερά, πανικοβλήθηκα. Του είπα πως δε μπορεί να βάλει το παιδί μας σε τέτοιο κίνδυνο. Μου απάντησε να μην ανησυχώ και πως θα τον ακολουθεί και ο ίδιος από κοντά. Ήθελε όμως να δώσει μια διαφυγή στο γιό μας από τη φυλακή του πατέρα του. Ψέματα μου είπε. Ήξερε ότι ο Ίκαρος δε θα ακούσει τη συμβουλή του να μην πετάει ψηλά και ότι ήταν ο μόνος που θα δεχόταν να τα φορέσει αφού ήθελε τόσο πολύ να φύγει απ’ την Κρήτη. Στο θέλω του παιδιού μας και στην τόλμη του, δοκίμασε ο Δαίδαλος τα σχέδια του για τον φτερωτό άνθρωπο. Όπως κατάλαβα αργότερα, ή μάλλον την τελευταία στιγμή, ήθελε να δει τις αντοχές των φτερών στον Ίκαρο και αναλόγως μετά θα πετούσε ο ίδιος… για τη Σικελία.

Θα φεύγανε το χάραμα. Δε με αφήναν να πάω εκεί που ετοιμάζονταν με τη βοήθεια των στρατιωτών. Στριφογυρνούσα στο κρεβάτι ανήσυχη. Ξαφνικά, πετάχτηκα πάνω, άναψα τη λάμπα και άρχισα να ψάχνω τα χαρτιά του. Τα βρήκα. Είχα δίκαιο, δεν ήταν τα σχέδια των φτερών. Αυτά ήταν από καιρό έτοιμα. Ο βασιλιάς Κόκαλος του μηνούσε ότι τον περίμενε στον Καμικό της Σικελίας για να ξεκινήσει τεράστια τεχνικά έργα. Θα του έδινε ό,τι ζητούσε και θα γιγάντωνε τη φήμη του. Τότε κατάλαβα ποιο ήταν το σχέδιο του…

Βγήκα έξω, βρήκα δίπλα στο σπίτι πεταμένη μια στολή στρατιώτη και τη φόρεσα. Κίνησα κατά τον γιαλό. Ήταν μαζεμένοι ψηλά, σε μια παλιά κάμαρη με την πόρτα στη θάλασσα. Άρχισα να τρέχω σα τρελή να του πω τι συμβαίνει. Να μην ακούσει τα μεγάλα λόγια του πατέρα του που μιλάει για ελευθερία. Εννοεί τη δική του. Ήθελα να του πω…»Σταμάτα. Φτύσ’ τον στη μούρη και μην ακούς τα όμορφα λόγια που σου λέει». Έφτασα στο ύψωμα, πλησίασα την πόρτα του γιαλού, έξω μερικοί στρατιώτες έκαναν τσιγάρο. Ξημέρωνε. Μόλις πήγα να περάσω το κατώφλι, βγήκε ο γιος μου. Ό Ίκαρος μου. Δε με αναγνώρισε, είχα πίσω μου το φως. Με είδε να τον κοιτώ σαστισμένη και στάθηκε. Ω θέε μου, τον είχα μπρος τα μάτια μου… σαν άγγελο. Ένα αληθινός άγγελος που ήθελε να πετάξει ψηλά. Τόσο ωραίος, τόσο έφηβος, τόσο διάφανος. Δεν είπα τίποτα. Χαμήλωσα το βλέμμα. Με σκούντησε φιλικά στον ώμο και με παραμέρισε. Είδα τα σανδάλια του Δαίδαλου να ακολουθούν. Ύστερα χάθηκαν στον ουρανό…

Ο νέος σήκωσε τα μάτια. Την είδε να παίζει  αμήχανα στα δάχτυλα της  κομματάκια από σκοινί. Κατάλαβε πως τελείωσε. Έκλεισε το κασετοφωνάκι και σηκώθηκε να φύγει. Ξαφνικά, του έσφιξε το χέρι:

Μη σωπάσεις και συ σαν και μένα. Να τα γράψεις. Για τον Παλιό Κόσμο που είναι εδώ. Έτοιμος να φάει τα παιδιά του. Μεθοδεύει τις κινήσεις του για να ανυψώσει τον μικρό του εαυτό ενώ μασάει λόγια μουσεία και πατάει πάνω στις ψυχές της άνωσης σπρώχνοντας τες στο κενό. Όμως δεν έχει να κάνει με ηλικίες αυτό που σου λέω, το ακούς; Πες τους να μη τους θαμπώνουν κούφια, έτοιμα λογάκια για «Ίκαρους» και «Ικαρίες». Για ζήτω και μαζί! Να σκέφτονται.

Την λευτεριά σου την κατακτάς πάντα με τα δικά σου φτερά!

Ο νέος άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και βγήκε στην άκρη του υψώματος. Έκατσε σ’ ένα βράχο κοιτώντας από κάτω τη θάλασσα κι άρχισε να καταλαβαίνει αλλιώς, τι στ’ αλήθεια δείχνει  ο πίνακας…

Δες τον ξανά.

(Δημοσιεύση: Ιούνιος 2011)

Advertisements

Ο 95χρονος, διάσημος για την μακροζωία του, Ικαρίωτης Παπάς, ο παπα-Κώστας Πλάκας, καθόταν απέναντι μου στην αυλή του σπιτιού του στο Καρκινάγρι και μου μιλούσε για το ταξίδι της ζωής του. Στο πρώτο μέρος της «μαρτυρίας» του, μου αφηγήθηκε τη σύλληψη του από τους Γερμανούς το 1943 επειδή μετέφερε με καΐκι αξιωματικούς στην Τουρκία για να διαφύγουν, την εις θάνατο καταδίκη του, την απομόνωση στις φυλακές Αβέρωφ, τη χάρη που έλαβε και τη μεταφορά του σε μια φυλακή στο χωριό Stain της Αυστρίας, δίπλα στην πόλη Krems. Εκεί έζησε 15 μήνες και όταν το Απρίλιο του 1945 που υποχωρούσαν οι Γερμανοί, τους ειδοποίησαν πως είναι ελεύθεροι να φύγουν και να περάσουν από το προαύλιο της φυλακής να πάρουν τα ρούχα τους, εκείνος μαζί με έναν Ικαριώτη συγκρατούμενο του, διέφυγαν τρέχοντας από την ανοιχτή πόρτα, όσο τα Ες-Ες γάζωναν όσους μαζεύτηκαν στο προαύλιο να παραλάβουν τον ρουχισμό τους…

Μια βδομάδα περπατούσαμε στο βουνό. Μας βοήθησαν και οι χωριάτες. Γιατί οι Γερμανοί το πήραν βόλτα εκεί το μέρος μέχρι 10 χιλιόμετρα και καθάριζαν όποιους από εμάς βρίσκανε. Εμάς μας φιλοξένησε ένα χωριάτης και μας βρήκαν όταν ήρθαν οι Ρώσοι. Ανατολικά της Βιέννης υπήρχε μια στρατιωτική πόλη, η νέα Βιέννη, με πολυκατοικίες με όλα τα κομφόρ που έμενε ο στρατός αλλά τώρα την είχε εγκαταλείψει. Εκεί εγκαταστάθηκαν οι Ρώσοι και μέναμε κι εμείς. Αλλά όταν πηγαίναμε για βοήθεια στα γραφεία τους, δε μας έδιναν σημασία. Φροντίζανε πρώτα να πάνε τους Γάλλους στην πατρίδα τους. Έμεινα εκεί από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει από το Μάιο.

Κάποια στιγμή γνωρίσαμε κάτι Σέρβους που ήταν στα γραφεία που γίνονταν οι αποστολές και καταφέραμε να μπούμε σε μια σερβική αποστολή γιατί τους είπαμε πως είμαστε μεν Έλληνες αλλά πάμε στο Μοναστήρι των σημερινών Σκοπίων. Μόλις μπήκαμε στα γιουγκοσλαβικά σύνορα και μας ρώτησαν εκεί οι υπεύθυνοι, τους είπαμε πως πάμε στην Ελλάδα και μας έστειλαν στη Λουμπλιάνα όπου υπήρχε μια διεθνής αποστολή. Εκεί μας έδωσαν ένα πιστοποιητικό, βγάλαμε και τα ρούχα της φυλακής  και πήγαμε συνοδεία με τρένο μέχρι το Βελιγράδι. Αλλά όταν φτάσανε, ήταν νύχτα και δε μπορούσαμε να περάσουμε την κατεστραμένη γέφυρα του ποταμού για να μπούμε στην πόλη. Ο ποταμός λέγεται Σάβας νομίζω και χύνεται στο Δούναβη.

Όταν ξημέρωσε, βρήκα έναν Σέρβο που ήταν κι αυτός μαζί μου στην Αυστρία και τον ρώτησα πού είναι ο σταθμός του τρένου. Μου έδειξε απέναντι. Το σκάω λοιπόν από τη συνοδεία, παίρνω και τον συντοπίτη μου, τον Πλούτη και πάμε στο σταθμό όπου μόλις έφευγε ένα τρένο. Είπα εκεί ότι θέλω να πάω στο Μοναστήρι, μου είπαν πως πρέπει να κατέβω σε μια πόλη, όπου θα περάσει άλλο τρένο τα μεσάνυχτα και να μπω μέσα. Έτσι έγινε.  Στα Μοναστήρι όταν φτάσαμε, βρήκαμε ένα στρατόπεδο του ΕΛΑΣ. Μείναμε εκεί το βράδυ, φάγαμε και το πρωί πήγαμε με το πόδια στα σύνορα. Το βράδυ μείναμε στο φυλάκιο και την άλλη μέρα πέρασε ένα αυστραλέζικο αυτοκίνητο και μας πήγε στη Φλώρινα. Μας κάνανε ένα εμβόλιο στο νοσοκομείο και μας πήγαν στην Κοζάνη. Στο στρατώνα εκεί είχα καμιά χιλιάδα ανθρώπους μέσα. «Τι γίνεται εδώ πέρα;» ρωτάμε και μας λένε πως ήταν όλοι η «αφρόκρεμα» της Αθήνας που είχε πάει Γερμανία να δουλέψει. Χασικλήδες, κλέφτες, διαρρήκτες, άρρωστοι από αφροδίσια οι περισσότεροι. Τους είχαν εκεί ένα μήνα χωρίς να μπορούν να τους πάνε πιο κάτω. Τρένο δεν είχε και έπρεπε να πάνε στρατιωτικά αυτοκίνητα αλλά δεν είχαν πάρει άδεια από τον Ταξίαρχο. Ρώτησα και μου έδειξαν πού είναι το γραφείο του. Τον βρήκα και του είπα ότι εμείς είμαστε κρατούμενοι από την Αυστρία. Το πρωί μπήκαμε σε ένα αυτοκίνητο από αυτά τα Τζέημς, τα στρατιωτικά και πήγαμε μέχρι τη Λάρισα. Οι δρόμοι ήταν χαλασμένοι και φτάσαμε βράδυ. Στο μεταξύ είχαμε βρει στο δρόμο στρατιωτικές αποθήκες των Γερμανών, πήραμε κάτι ρούχα, παντελόνια και σακάκια και όταν φτάσαμε, τα πουλήσαμε στους χωριάτες που έμεναν γύρω από το ελληνικό φυλάκιο. Με το χαρτζιλίκι που βγάλαμε, μείναμε το βράδυ σε ένα ξενοδοχείο. Ταξιδεύαμε όλη την επόμενη μέρα και φτάσαμε Λειβαδιά, χωρίς φαί, χωρίς λεφτά. Πήγαμε στην αστυνομία, μας πήγανε σε ένα εστιατόριο και φάγαμε, σε ένα ξενοδοχείο και κοιμηθήκαμε και την άλλη μέρα το μεσημέρι φτάσαμε επιτέλους στην Ομόνοια, τον Ιούλιο του 1945.

Όσους έφερναν με την κανονική αποστολή, έφτασαν 3 μήνες μετά. Εμένα με είχαν για σκοτωμένο. Πήγα να τον βρω τον αδερφό του Τσάτσου, διευθυντή στα τσιμέντα, εκεί στα γραφεία τους, στα δικαστήρια στην Αθήνα, κοντά στη Σταδίου, πιο κάτω από το Αρσάκειο που ήταν η παλιά η τράπεζα, σε ένα διατηρητέο κτίριο, Καραβασίλη το λέγανε, εκεί στο στενό, δε θυμάμαι τώρα το δρόμο. Πήγα λοιπόν στο γραφείο του να δω αν με θυμότανε γιατί είχε έρθει μαζί με τα αδέρφια του στο στρατοδικείο να μας δουν. Τον βρήκα και του λέω «ήρθα να σου πω για τον αδερφό σου, τον Κώστα, ότι είναι καλά». «Ταυτότητα, μου λέει, έχεις;». Εγώ δεν είχα, μου την είχαν πάρει οι Γερμανοί. «Όχι», του λέω. Τραβάει λοιπόν ένα γράμμα από το συρτάρι του και μου λέει «διάβασε». Και διαβάζω ότι είμαι νεκρός! Ο αδερφός του, όταν έφυγε από την Αυστρία, πήγε στην Αγγλία και του έγραψε ότι εγώ είχα σκοτωθεί. Αυτό νόμιζε δηλαδή. Έμεινα το λοιπόν στη Αθήνα λίγο καιρό και μετά επέστρεψα εδώ, στην Ικαριά και έγινα παπάς το 1952.

Τον περασμένο Ιούλιο, η ελληνοαμερικάνα εγγόνα μου που ήθελε να πάμε μαζί στη φυλακή μου, ανέλαβε και κανόνισε όλο το ταξίδι μας για εκεί. Το ταξίδι της επιστροφής μου, 64 χρόνια μετά. Το μέρος αυτό είναι ακόμα φυλακή, υψίστης ασφαλείας και φιλοξενεί ισοβίτες και βαρυποινίτες. Τους έχουν και δουλεύουν και αυτοί εκεί αλλά τώρα είναι πολυτελείας. Όταν πήγαμε, δε μας άφησαν να μπούμε μέσα αλλά εγώ είχα φυλάξει την ταυτότητα από τότε και τους την έδειξα.Το πώς είναι μέσα έχει αλλάξει. Έχουν φτιάξει διαδρόμους για να περνάς πάνω, τότε ήτανε όπως τα μηχανοστάσια των καραβιών, η «γραδελάδα» που τη λένε οι ναυτικοί. Σιδερένια πατώματα, βλέπεις από πάνω κάτω. Είχε κι ένα ρολόι στη μέση. Τώρα που ξαναπήγαμε, ζήτησα να δω το κελί μου, το 11. Εκείνη την ώρα εργάζονταν οι φυλακισμένοι και ήταν πιο εύκολο να περιπλανηθούμε μέσα στη φυλακή. Στην αρχή μας είπαν πως δε μπορούμε να πάμε στο κελί, αλλά πεισθήκανε. Μας πήγανε στο 11, όμως δεν ήταν αυτό. Το κατάλαβα γιατί εγώ τότε έβλεπα από το παράθυρο  μου ένα βουναλάκι και τώρα δεν το έβλεπα. Κατάλαβαν πως επρόκειτο για το κελί 11 της απέναντι πτέρυγας, της παλιάς. Και με πήγανε. Αυτό πια ήταν κελί πολυτελείας, τηλεόραση, αφίσες γυμνών γυναικών. Τους είπα πως όταν θελήσω να ξεκουραστώ, θα ξαναπάω εκεί. Στη φυλακή του STAIN.

Έβγαλε φωτογραφίες και μου έδειξε. Τη φυλακή τώρα, το μνημείο με τις ελληνικές σημαίες στο προαύλιο, εκεί όπου εκτέλεσαν όσους είχαν πάει να πάρουν τα ρούχα τους (06-04-1945). Όταν τελειώσαμε, σηκώθηκα για να φύγω και μου κράτησε το χέρι:

Τότες, λόγω πολέμου, δεν την λογαριάζαμε τη ζωή μας. Δε δίναμε και σημασία τόσο, δε βαριέσαι. Στο κελί η μέρα περνούσε γιατί δουλεύαμε, το βράδυ σκεφτόμασταν το σπίτι μας και το νησί. Αυτά να τα μάθετε στα νέα παιδιά για να είναι αγαπημένα, όπως ήταν οι Καριώτες πρώτα, οι παλιοί Καριώτες. Βοηθούσε ο ένας τον άλλον, υπήρχε αγάπη μεταξύ τους. Αγάπη να έχουν και αλληλοβοήθεια. Αυτά είχαμε παλιά εμείς εδώ στην Ικαριά. Αρρωστούσε κάποιος, να πάμε στις δουλειές του. Πέθαινε κάποιος, να δώσουμε ψωμί στην οικογένεια. Τίποτες άλλο δεν είχαμε. Αυτά.

Τέλος.

(Δημοσίευση: Μάιος 2010)

Πρόσφατα μίλησαν για εκείνον οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες όλου του κόσμου. Ήταν το 2009, όταν επιστήμονες και δημοσιογραφικά συνεργεία επισκέφτηκαν την Ικαρία για να βρουν το μυστικό της μακροζωίας των κατοίκων της. Έψαξαν τα δημοτολόγια, ανέλυσαν τις τροφές, ερεύνησαν την κοινωνική δομή, τις σχέσεις και τη φιλοσοφία των Ικαριωτών, ώσπου ήρθαν και στο χωριό Καρκινάγρι για να βρουν τον Παπα-Κώστα Πλάκα, συνταξιούχο ιερωμένο πια, που σε ηλικία 95 χρονών μόλις είχε αγοράσει την καινούργια του μηχανή, μια «γουρούνα», για να πηγαίνει στην εκκλησία. Εκείνος καλόβολος και πρόσχαρος, δέχτηκε να φωτογραφηθεί και να μιλήσει για την ηλικία του, τις συνήθειες του και την τωρινή του ζωή.

Τον ήξερα από μικρός, όταν 20 χρόνια πριν, έμπαινα στο ιερό και του άναβα το θυμιατό, καθόμασταν στις καρέκλες στο πλάι και μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Εγώ δεν έψαχνα το μυστικό της μακροζωίας του. Ή τουλάχιστον, δεν το έψαχνα στο πιάτο του και τη «γουρούνα» του. Είχα ακούσει για ένα μακρινό «ταξίδι» που είχε κάνει όταν ήταν στην ηλικία μου και για ένα ταξίδι … επιστροφής που πραγματοποίησε λίγο καιρό πριν. Πήγα και τον βρήκα, λίγες μέρες αφότου ο ίδιος βάφτισε το πρώτο του δισέγγονο, καθίσαμε στην αυλή, με την παπαδιά σε μια καρέκλα παραδίπλα μας, ακούμπησα το κασετοφωνάκι μου στο γυμνό τραπέζι και πάτησα το κουμπί της εγγραφής:

Μας πιάσανε οι Γερμανοί στον Πειραιά το 1943. Εγώ γεννήθηκα το ‘14. Ήμουν ναυτικός πριν γίνω παπάς. Θα πηγαίναμε στην Τουρκία, είχε μια εγγλέζικη βάση εκεί, πιο κάτω από τη Σμύρνη που είναι ένα τριγωνάκι και λέγεται «Αγρελιά», όπου εδέχετο τους αξιωματικούς. Εκεί τους πηγαίναμε λοιπόν με καΐκι για να πάνε μετά στη Μέση Ανατολή ή την Αίγυπτο. Τέλοσπαντων υπήρχαν και προδότες, πάντα υπάρχουν, και όταν βγαίναμε από το λιμάνι του Πειραιά, μας τσακώσανε. Εμείς είχαμε όμως χαρτιά κανονικά γιατί είχαμε μαζί έναν αξιωματικό – αντιπλοίαρχος ήταν τότε- που λεγόταν Τσάτσος, πολύ αργότερα έγινε επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, αρχηγός του Επιτελείου. Αυτή η οικογένεια των Τσάτσων είχε τσιμεντάδικο στον Άι- Γιώργη στον Πειραιά. Τα τσιμέντα «Ηρακλής». Το καΐκι ήταν ιδιοκτησία των Τσάτσων λοιπόν, εγώ ήμουν πλήρωμα. Είχανε πάρει άδεια από τους Γερμανούς να πάνε στη Μυτιλήνη να φέρουν λάδι για τους εργάτες που δούλευαν στο τσιμεντάδικο. Κανονικά τους παίρναμε από το Κάβο Ντόρο που είχε ένα λιμανάκι εκεί πέρα αλλά είχαν σφίξει τα πράγματα και δε μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί κι έτσι τους πήραμε από τον Πειραιά. Είχαμε πάρει και τρόφιμα και διάφορα άλλα πράγματα γιατί θα περνούσαμε από την Ικαριά και ήθελα να τους τα αφήσω επειδή είχαν δυσκολέψει οι συνθήκες και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να γυρίσω πίσω στο νησί.

Οι Γερμανοί λοιπόν, μας περίμεναν στο φυλάκιο στον προλιμένα που βγαίναμε και μας λένε «σταματάτε». Μπήκανε μέσα δυο φαντάροι και μας γύρισαν πίσω. Πήγαμε εκεί στον ηλεκτρικό σταθμό, μας περίμεναν άλλοι απ’ έξω, μας πήρανε και μας πήγαν στην Γκεστάπο στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου. Από εκεί άρχισε η περιπέτεια. Ιούλιος του 1943. Δικαστήριο, περάσαμε δυο φορές από στρατοδικείο και φυλακή στο Αβέρωφ μέχρι τον Γενάρη του 1944. 4 μήνες απομόνωση. Στην πρώτη δίκη, καταδικάστηκαν αυτοί εις θάνατον κι εγώ 15 χρόνια. Εγώ βέβαια ήμουν σαν υπάλληλος στη βάρκα αλλά τους υποστήριξα, δεν βγήκα απ’ έξω. «Θα μας υποστηρίξεις, μου λένε»; «Εντάξει, παιδιά, για όλοι, για κανένας». Έγινε αναθεώρηση της δίκης και καταδικαστήκαμε όλοι εις θάνατον. Αλλά πήραμε χάρη τελικά και τη γλυτώσαμε όλοι. Άμα κάνεις καλό, θα βρεις καλό. Τώρα, ξέρω κι εγώ γιατί πήραμε χάρη; Μπορεί να έπεσε και χρήμα, η οικογένεια των Τσάτσων ήταν πλούσια βλέπεις.

Μας βάλαν όλους μέσα σε ένα τρένο και ξεκινήσαμε, χωρίς εμείς να ξέρουμε για το πού. Κάτι φορτηγά βαγόνια, τα λέγαμε «ΧιΠι8» και «Άδωνις25». 25 κρατούμενοι ήμασταν μέσα αλλά το μισό βαγόνι, χωρισμένο με συρματόπλεγμα, είχε στρατιώτες. Δώδεκα μερόνυχτα κάναμε. Κι τελικά μας πήγαν στο Κρεμς, ένα χωριουδάκι στην Αυστρία, σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας. Εκεί, άμα είχες μικρή ποινή 3 έως 5 χρόνια, αν σε πιαναν για παράδειγμα με καμιά προκήρυξη, σε έβγαζαν έξω με συνοδεία να δουλεύεις. Αν ήσουν βαρυποινίτης όμως, παρέμενες μέσα. Βέβαια, όσους είχε πριν φακελώσει ο Μεταξάς, δεν γλυτώνανε. Πρώτη δουλειά που κάνανε αυτοί άμα σε πιάνανε ήταν να πάνε στην Ασφάλεια να δουν αν είχες φάκελο επί Μεταξά. Έτσι κι είχες, και με μια προκήρυξη να σε πιάνανε, τελείωνες.

Η φυλακή, 2000 κρατουμένους είχε, ήταν ένα τριώροφο κτήριο με κελιά μικρά για ένα άτομο αλλά έβαζαν τρία μέσα. Βάζαμε τον πιο ανήμπορο στο κρεβάτι κι εμείς πέφταμε χάμω, στο πάτωμα. Ούτε τουαλέτα φυσικά, ένα βαθούλωμα στον τοίχο με έναν κουβά να κάνεις την ανάγκη σου μπροστά στους άλλους. Εμένα με βαλαν με άλλους 2 Έλληνες, είχε πολλούς εκεί. Τον Τσάτσο τον έβαλαν διερμηνέα γιατί μιλούσε πάρα πολλές γλώσσες. Η ζωή ήταν δύσκολη μα αφού είχαμε πάρει χάρη, το είχα ρίξει κι εγώ στο σορολόπ. Δε βαριέσαι, αν ζήσουμε ζήσαμε! Εκεί κάτσαμε μέχρι τον Απρίλιο του ’45 . Είχες το δικαίωμα για μια επίσκεψη ή ένα γράμμα το μήνα, μα από τα δέκα που σου στέλνανε, ένα θα σου δίνανε συνήθως. Ενάμισο χρόνο δουλεύαμε. Ό,τι δουλειά μπορούσες να κάνεις, την έκανες. Από χαρτοφάκελα μέχρι πολεμοφόδια. Είχε κι ένα εργοστασιάκι μέσα που έφτιαχνε βούρτσες και σκούπες. Εγώ δούλευα στα ξυλουργικά μηχανήματα που είχε εκεί, τόρνους, τέτοια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Γνώρισα και καναδυό Καριώτες. Ένας από αυτούς, Πλούτης λεγόταν, είχε μικρή ποινή αρχικά, 5 χρόνια και τον βγάζανε εκτός φυλακής και δούλευε σε ένα τουβλάδικο. Τον παρέσυραν κάτι Μανιάτες και το ‘σκασαν από την δουλειά. Αλλά ήταν Άνοιξη και δεν έβρισκαν τίποτα καρπούς στα χωράφια για να φάνε. Κάποια στιγμή βρήκαν ένα ζαρκάδι που το ‘χανε φάει οι λύκοι, έφαγαν από αυτό αλλά τους πρόλαβαν στο δρόμο οι Γερμανοί και τους μάζεψαν πάλι πίσω.

Περνούσε ο καιρός, το παράθυρο μου ήταν απέναντι από του Τσάτσου, εγώ στον κάτω όροφο και αυτός στον επάνω και καμιά φορά μιλούσαμε από τα παράθυρα και μας έλεγε πώς πάει ο πόλεμος: Οι Ρώσοι προχωρούσαν και κατέλαβαν την Βιέννη. Ακούστηκε πως βγήκε διαταγή του Χίτλερ κάποιοι να εκτελεσθούν και κάποιοι να μεταφερθούν δυτικότερα. Ο διευθυντής την φυλακής όμως, πρέπει να ήταν και καλός άνθρωπος γιατί τον εκτέλεσαν κι αυτόν εκεί πέρα, σκέφτηκε να ανοίξει την φυλακή να φύγουμε. Εμάς μας συνέφερε βέβαια να μείνουμε μέσα γιατί αν βγαίναμε εκεί ελεύθεροι θα μας σκότωναν οι Γερμανοί. Αυτό πιστεύαμε.

Μια μέρα γίνεται ένας βομβαρδισμός από τους Αμερικάνους, από τις 9 το πρωί μέχρι το απόγευμα. Εμείς ούτε φως, ούτε νερό είχαμε. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Η αεροπορία των Γερμανών είχε πια καταστραφεί και δεν μπορούσε να τους αντιμετωπίσει. Την άλλη μέρα μάς έδωσαν κάτι πατάτες το μεσημέρι και φάγαμε, κάτι πεταμένα άρβυλα τους στρατού, γιατί εμείς φορούσαμε τσόκαρα, κάτι ξύλα. Μας βγάζανε να περπατήσουμε μέσα στο χιόνι κανένα μισάωρο πριν πάμε για δουλειά. Γι’ αυτό με βλέπεις τώρα και κουτσαίνω, πάω με το μπαστούνι, μου ‘μεινε ζημιά από τότε. Όταν εμείς φύγαμε από την Αθήνα, μας είχαν δώσει οι δικοί μας, σάκο με μάλλινα ρούχα για το κρύο.

Αλλά μόλις φτάσαμε μάς τα πήραν οι Γερμανοί μαζί με αυτά που φορούσαμε και μας έδωσαν ρούχα της φυλακής. Όταν λοιπόν μας είπαν πως είμαστε ελεύθεροι να φύγουμε, μας ενημέρωσαν να περάσουμε να πάρουμε πίσω τα ρούχα μας που τα είχανε βάλει μέσα σε σακούλια με τον αύξοντα αριθμό του καθένα και τα είχαν στοιβάζει σε ένα σωρό μεγάλο, σα καμίνι, στην αυλή. «Πάρτε τα ρούχα σας και φύγετε». Οι εσωτερικοί φύλακες ήταν Αυστριακοί, ηλικιωμένοι, καλοί άνθρωποι. Αλλά οι εξωτερικοί ήταν πρώην στρατιώτες, ανάπηροι πολέμου και μόλις είδαν την κίνηση αυτή, ειδοποίησαν και πλάκωσαν τα Ες – Ες. Όσοι ήταν μαζεμένοι στην αυλή για να πάρουν τα ρούχα τους, τους σκότωσαν με το πολυβόλο. Μετά βγήκαν απ’ έξω που ήταν το χωριουδάκι και όσους ‘βρισκαν εκεί, τους ξαναγύριζαν στη φυλακή, τους ‘στηναν στον τοίχο και τους καθαρίζανε.

Εγώ είδα την πόρτα της φυλακής που ήταν ανοιχτή, είδα και την κατάσταση στην αυλή – πριν έρθουν τα Ες – Ες και δε μ’ άρεσε. Οι μόνοι που σώθηκαν ήταν καμιά τρακοσαριά που δεν είχαν προλάβει να τους ξεκλειδώσουν και τους πήραν την άλλη μέρα με ένα ποταμόπλοιο και τους πήγαν στους Συμμάχους. Θα βγαίναμε έξω, είχε μια γέφυρα εκεί, που ήταν ο Δούναβης και θα περνούσαμε απέναντι. Μετά βέβαια την πιάσανε και την γέφυρα, δε μπορούσε να περάσει κανείς, τους μαζεύανε και τους σκότωναν. Η πόρτα ανοιχτή λοιπόν, ψάχνω και βρίσκω τον Πλούτη. «Φεύγουμε», του λέω. «Να πάρω τα ρούχα μου», μου λέει. «Βρε ποια ρούχα, πάμε…..»

συνεχίζεται

(Δημοσίευση: Μάρτιος 2010)

εστάλη σε Καριωτίνα από νέο που της γάμπριζε,

την δεκαετία του ’50 στην Ικαρία…..


Χαίρε,

ω της πολυταράχου καρδιάς μου βασίλισσα,

και των λογισμών μου τρυφερέ τύρρανε!

Ω συ πανώρια μάγισσα, γύρισε τα πλάνα σου μάτια

και ρίξε τις γλυκές σαΐτες σου στον λάτρη σου

που γονατισμένος εμπρός σου αποζητάει κάτι από το

μυστικοπαθές μεγαλείο της υπερόχου ψυχής σας

που κατόρθωσε να μεταδώσει και σε μένα την

τρικυμία των ευγενικών αισθημάτων σας!

(Δημοσίευση: Αύγουστος 2009)

…κι αφού πείθω τη Μάνα να πάω στην Αθήνα, βρίσκω ένα θειό που θα επήαινε κι αυτός και κολλάω από πίσω του και πηαίνω μαζί του. Και παρουσιάζομαι στην αδελφή μου, την Αργυρώ, πρωί πρωί. Εκείνη ησάστισε. Τι γυρεύγεις εσύ ατουδά; Και είχα το θράσσος να της πω: Εσύ δε μου ‘γραψες να ‘ρτω; Είχα το θράσσος, ναι, το λέω.
Εκεί που δούλευγε υπηρεσία η Αργυρώ, σε κάτι Αμερικάνες, έμενε σε ένα υπόγειο κάτου στο σπίτι και είχε ένα παραθυράκι έτσι, πού ‘βλεπες όξω. Την ίδια μέρα μ’ αφήνει εκεί για να ανέβει στο αρχοντικό, ηξάπλωσα εγώ στο κρεβάτι και ξαφνικά ακούω μια μηχανή, γγγγκκκκκρρρρρ. Αυτός ήξευρε τα στέκια, σου λέει κάποια μέρα θα ‘ρτει, μα σου το ορκίζομαι, εν του είχα μηνύσει ότι α πάω. Και γγγγκκκκρρρ και να η μούρη του στο παραθυράκι.

– Α εδώ είσαι;
– Φύγε φύγε μη σε δει, φύγε φύγε μη σε δει.
– Εντάξει, αρκεί που σε εντόπισα τώρα.

Και φεύγει. Μα τον είδε η άλλη από πάνου. Με βάζει το λοιπόν σε μια δουλειά απέναντι ακριβώς, να με παρακολουθεί. Την επόμενη μέρα ήταν πολλές κοπέλες εκεί και ήμασταν στο μπαλκόνι και γγγκκκκρρρ με τη μηχανή γυρνάει και με βλέπει. Και πάλι γγγκκκκρρρ και φεύγει. Μα το κατάλαβε η Αργυρώ, λέει στ’ αφεντικά μου πως αρρώστησε η μάνα μου κι έφυγα για το νησί κι εμένα με βουτάει και με πάει να δουλέψω σε άλλο σπίτι, πιο μακριά. Εκείνος περνά ένα βράδυ απ’ την παλιά δουλειά και ηρώτα τις κοπέλες και του λεν αρρώστησε η μάνα της και έφυγε για το χωριό.

Εκεί που δούλευα ήταν και μια γνωστή μας, Η Ελένη, και με παίρνει μια μέρα με την ανηψιά της να πάμε στου αδερφού της στην Κηφισιά να φάμε. Ηπήαμε εκεί, ηφάγαμε και το απόγευμα φύγαμε για να γυρίσουμε στην Αθήνα. Παίρνουμε ένα λεωφορείο να κατέβουμε στο Μαρούσι και να πάρουμε άλλη συγκοινωνία από εκεί. Κατεβαίνουμε στο Μαρούσι κι εκειά δίπλα στη στάση είχε έναν καφενέ. Και τον βλέπω! Έρκεται κοντά, μας μιλάει, του μιλάμε, μπαίνουμε στο λεωφορείο, μιλάμε, μιλάμε και κατεβαίνουμε στους Αμπελοκήπους για να πάρουμε το τρόλεϊ. Κόσμος στη στάση, όλοι μαζεμένοι μπροστά, στεκόμαστε κι εμείς και κάνω δίπλα μου έτσι και βλέπω την Αργυρώ. Ήτο εκεί και περίμενε κι αυτή το τρόλεϊ με μια φιλενάδα της και ηπεριμέναμε κι εμείς και ήτο κι εκείνος μαζί μας, καταλαβαίνεις; Κι ηκούω την φίλη της, μια Κακιά, που της ήλεε: Και εμένα αν ήταν αδερφή μου …. και τι πράγματα είναι αυτά …. Και έχεις ευθύνη. Εκείνη τη στιγμή ήρτε το τρόλεϊ, αυτός βλέπει την Αργυρώ κι ηπέτασε κι εγώ δίνω ένα σάλτο, μπαίνω μέσα και δε βγάζω ούτε εισιτήριο, μόνο πηαίνω μπροστά μπροστά και στην επόμενη στάση κατεβαίνω. Πορπατάω μάνι μάνι να πάω στο σπίτι κι ανεβαίνω στην ταράτσα.

Σε δυο λεπτά να σου και η Αργυρώ μαζί με την Ελένη. Κι ανεβαίνουν πάνω, με πλησιάζει και αρχίζει … πού σε πονεί και πού σε σφάζει.
– Αστηνε ρε παιδί μου, της ήλεε η Ελένη, μη κάνεις έτσι, την κυνηγάει αυτός και τι πρέπει να γίνει, νέα και νέος είναι.
– Όχι … που ο Πατέρας δεν είναι εδώ κι έχω εγώ την ευθύνη … και τι α κάμω τώρα … κι αυτά … και ξέρω ‘γω …
Η ταράτσα ήτο μεγάλη με ένα κάπως ψιλό περβάζι, μα κάτου κάτου είχε ένα σίδερο για να φεύγουν τα νερά και να μαζεύουν τα φύλλα. Είχα βάλει το πόδι μου πάνω στο σίδερο κι όπως ήτο έτσι μεγάλο το στηθαίο, είχα ακουμπήσει τα χέρια μου. Και μου ‘ριχνε από πίσω και ηφώναζε κι από κάτου ήτο εκείνος κι εγώ τον ήβλεπα. Εκείνη εν τον ήβλεπε γιατί εν είχε ανέβει στο σίδερο. Αφού αργότερα που ηρεμήσαν τα πράγματα, καμιά φορά της το ‘λεγα, θυμάσαι τότε που με περίλαβες στην ταράτσα; Ε, εγώ από κάτου τον ήβλεπα!

Κι ύστερα, ουουουου, τι μου ‘κάνανε οι θείες και οι θείοι που ανακατεύγονταν, ηλέγανε, πωπω, που εν έχει δουλειά δική του (δούλευγε σε ένα μανάβικο). Και μου ‘λεε ο συγχωρεμένος ο Πατέρας, που άμα τον διώξουνε, πού α πάει, πού α πας εσύ; Κι εγώ εν ημίλουν. Μετά, που ητοίμαζα τα χαρτιά μου να πατρευτώ ο Πατέρας μου εν ήρτε στο γάμο. Εν ήρτε. Η Αργυρώ ήρτε. Κι αργότερα όταν παντρεύγονταν οι αδερφές μου και τον ήβλεπα που τις ηπήαινε στην εκκλησιά, με ‘παιρνε ένα κλάμα… Μα με τον καιρό, πριν παντρευτούν οι άλλες, είχε αλλάξει γνώμη ο Πατέρας και ξεύρεις τι ήλεε; Μακάρι και οι αδερφάδες της να έχουν την τύχη της!

Και την πρώτη φορά που ηπήαμε μαζί πια στην Ικαριά, ηπήραμε τη μπεντζίνα από τον Άγιο κι όταν σταματήσαμε στο Μαγγανίτη, εκειά τον αναγνώρισαν και του ‘καμαν χάζι. Τι έγινε, βρε Κυνηγέ, την έριξες τελικά την πέρδικα ή; Κι εκείνος περήφανος ηχαμογέλα. Την έριξε αλλά έφυε νωρίς λόγω υγείας. Μα ήτο καλός άνθρωπος. Πολύ καλός. Κι όλοι το ξεύρουν και τον ηγάπησαν. Γι’ αυτόν σου ‘πα τούτην εδώ την ιστορία, γι’ αυτόν …. και για το γγγγκκκκρρρ που αραιά και πού ακούω μες τη νύχτα και τρέχω εις το παράθυρο.

Τέλος.

(Δημοσίευση: Μάρτιος 2009)

Η μεγάλη μου αδερφή, η Αργυρώ, ήπιασε μια χρονιά υπηρεσία σ’ ένα μεγάλο σπίτικο στην Αθήνα και με πήρε μαζί της να πάω Γυμνάσιο εκεί. Γνώρισα όμως έναν όμορφο νέο, στεριανό, βουνίσιο και συναντιόμασταν αραιά και που και θέλαμε πολύ ο ένας τον άλλον. Μα όταν το πήρε χαμπάρι η Αργυρώ, το μήνυσε στους δικούς μου, μ’ έβαλε στο πλοίο και μ’ εστειλε πίσω στη Νικαριά. Να πέσω να πεθάνω. Ήπρεπε κάτι να γίνει. Εκείνος ησκέφτη να πάει να με ζητήσει από τον πατέρα, που είχε κατέβει για δουλειές στην Αθήνα, μα ο πατέρας αρνήθηκε:

Έν έχω εγώ κόρη της παντρειάς.

– Τότε θα ‘ρθω στην Ικαρία.

– Στην Ικαριά μπορεί να πάει όποιος θέλει, στο σπίτι μου εν έχεις καμιά δουλειά.

Εμένα πια ε θα μ’ αφήνανε να φύγω από το νησί ποτέ.

Εκείνος πάει και παίρνει ένα όπλο από έναν φίλο του χωροφύλακα. Μπαίνει στο βαπόρι – που εν είχε ξαναμπεί ποτέ του – και βγαίνει στον Άγιο, ανήμερα Χριστούγεννα. Έψαχνε το Καρκινάγρι και του έλεαν εδώ πιο πέρα, εδώ πιο πέρα. Κι άρχισε και ηπερπάτα μα εν έφτανε ποτέ. Κι ζυγώνει κάποια στιγμή στο Μαγγανίτη. Μπαίνει στην αυλή του Καρναβά που ‘χε την μπεντζίνα. Ο κόσμος γλεντούσε για Χριστούγεννα.

– Πρέπει να πάω στο Καρκινάγρι. Έχασα τους φίλους μου, τους κυνηγούς.

Μα ο Καρναβάς είχε τραβήξει την βάρκα όξω. Τον παρακαλεί λοιπόν, του δίνει και λεφτά και παίρνουν τις γυναίκες και πάνε στο γιαλό να σπρώξουν τη μπεντζίνα.

Μόλις είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν εφάνη στο χωριό. Ήμασταν όλοι στην αυλή και ετοιμαζόμασταν που θα ‘ρτουν τα ξαδέρφια να μας πάρουν να πάμε κάτω στον χορό. Και ηφόρουσα έναν ωραίο ταφτά με μεσάτη ζώνη, έτσι , πλουμιστό και ήμουνα πολύ χαρούμενη που απηαίναμε στο γλέντι. Βλέπουμε την μπεντζίνα και λέγει η Μάνα, να δείτε που έρκεται η θειά σας από τον Μαγγανίτη για Χριστούγεννα. Και πιάνει η μπεντζίνα στο Μπαρκαδούρο και βγαίνει αυτός. Και γυρνά η Αργυρώ και μου παίζει μια ματιά  τόσο άγρια! Κοιτώ καλά καλά και τον γνωρίζω κι εγώ.

Και τότε άρχισε το δράμα, α Χριστέ μου. Δώκε μου ένα τσιγάρο που τα θυμήθηκα τώρα και τρέμω. Ο κόσμος άρχισε να ξεμπουκάρει και να πηαίνει στο σκολειό που είχανε μια συγκέντρωση και βάδιζε  κι αυτός προς τα εκεί. Ήπιασε κουέντα με τον Παναή που ‘χε τον καφενέ. Ηρώτα πού έχει ξενοδοχείο γιατί ήτο κυνηγός και έχασε την παρέα του. Και τον πήρε ο Παναής στον καφενέ του.

Το βράδυ εμείς ήμασταν έτοιμοι για το χορό. Η Αργυρώ να μη θέλει να πάμε μα ήρταν τα ξαδέρφια να μας πάρουν. Μπαίνουμε μες τον καφενέ που ήτο όλη η νεολαία, εκεί κι αυτός. Εν το ξεύραμε εμείς πως τον είχε πάρει ο Παναής. Με καθίζει το λοιπόν η αδερφή μου από την άλλη μεριά και ηκοίταζα τον τοίχο. Κι εκείνος εμένα. Το μάτι μου όμως, επήεναι από εκεί και τον ήβλεπα που δάγκωνε στην κλείδωση το δάχτυλο του για να με φοβίσει. Και εκάθετο δίπλα του ένα γέρος που ητραγούδαγε όλο αμανέδες και ητραγούδα κι αυτός και μου έκανε έτσι με το δάχτυλο. Είχε πιει πολύ και ζήτηξε κι άλλο ούζο να του φέρουνε και του φέρνουν ένα ούζο με μεζέ πατελίδι άψητο που εν είχε φάει αυτός ποτέ στη ζωή του. Μου λέανε οι φίλες μου: Ποιος είναι αυτός; Λένε ότι ήρθε για την τάδε ή για την άλλη. Εγώ έλεγα πως εν ηξεύρω. Κι ανάβει ο χορός και όπως ηχόρευγα τον ήβλεπα και ηχόρευγα και τον ήβλεπα. Και βγαίνει όξω, πιάνει το όπλο να πάει να πυροβολήσει και πάει ξοπίσω ο Παναής και του το παίρνει. Τον αρπάζει και τον πάει στον πύργο να κοιμηθεί. Πριν ξημερώσει ήθελε η Αργυρώ να πάμε γρήγορα στο σπίτι μην τυχόν και ξυπνήσει και κατέβει. Μας παίρνει μάνι μάνι και πάμε και ήταν το τζάκι αναμμένο δυνατό. Η μάνα έφτιαχνε γάλα μαζί με μια θεία μας. Με καθίζει η Αργυρώ στο σκαμνί και βγάζω το τσαμό. Η μάνα ε μιλούσε. Φοβούταν τον πατέρα που ήτο μακριά. Και με αρχινάει η αδερφή μου και τρώω όλα τα σκαμνάκια στο κεφάλι και της έλεγε η θειά μου η συγχωρεμένη, μην την χτυπάς, παιδί μου, εν έκανε τίποτε κακό, μην την χτυπάς, παιδί μου, εν εκανε τίποτα κακό. Νέα και νέος είναι. Και τι έγινε στο κάτω κάτω; Μα εκείνη είχε πάθει αμόκ, εν ήθελε, βλέπεις,  να μας συζητάει το χωριό.

Πέρασε λοιπόν η μέρα και επήε προς το απόγευμα και εμένα με είχανε κλείσει στο μεσαίο δωμάτιο. Είχα ένα γραμμόφωνο που κούδριζε κι έβαζα μουσική κι ήκουα. Βλέπω στην αυλή κάτι γυναίκες που ηπαιρνούσαν και εμιλούσαν στη μάνα μα εμπονηρεύτηκα τίποτε. Κι έρκεται η μικρή μου αδερφή, η Σπυριδούλα, το Σπυρί και μου λέγει, είναι εδώ, πάνου στα χωράφια.  Κάνω να φύγω από την πόρτα της κουζίνας μα την είχανε κλειδωμένη. Αλλά από τη μανία μου κάνω έτσι τη μπάρα, βγαίνει το σίδερο, πετάομαι όξω και πάω μες τ’αμπέλι. Έρκεται τότες ο ξαδερφός μου, με πιάνει από τα μαλλιά και με βουρλίζει κάτω. Κόβω δρόμο γρήγορα κι έτσι όπως ηστέκονταν τριγύρω του η μάνα, η θειά, η Αργυρώ και το Σπυρί, πηαίνω και στέκω μες τη μέση. Και κάμει η Αργυρώ, καλή της ώρα:

-Μπρος, πε του τι έχεις να του πεις και μέσα γρήγορα.

-Εν έχω να του πω τίποτα. Κι έμενα μπάστακας εκεί.

Να σηκωθείς να φύγεις γρήγορα, αυτή τη στιγμή. Του λέει εκείνη.

– Από πού να φύγω, δεν έχει καΐκι.

-Να φύγεις από πάνου.

– Τι είναι το «από πάνου» ;

Αλλά εκείνος είχε δώκει κρυφά στο Σπυρί ένα σημειωματάκι, το βράδυ στις 9 να πάω σε εκείνη την πετρούλα. Όμως πώς να πάω, ψυχή μου, που το βράδυ είχαμε τζάκι αναμμένο κι έρκεται και μια αξαδέρφη μου και ηκάτσαμε με την Αργυρώ στην αμπάρα κι αρχίσαμε να λέμε ιστορίες και μπλα μπλα μπλα; Μα παίρνει την Αργυρώ κάποια στιγμή ο ύπνος, βουτώ κι εγώ το Σπυρί και πάμε στην πετρούλα . Κι ακούω ένα πράμα να σκοτώνεται εκειά μες το ρυάκι μες τις πέτρες και τα νερά, εν ήξερε νάρτει και ηφόραγε και σκαρπίνια. Από κάτω που έφυγε όμως εκείνος, από τον καφενέ, τον ηπήραν από πίσω οι νεολαίοι να δούνε πού θα πάει τελικά, ποια είναι αυτή. Γιατί μερικοί ηνόμιζαν πώς είχε έρτει για την δικιά τους και ετοιμάζονταν να τον πλακώσουν, μα εκείνος ήλεε πως ήτο κυνηγός. Κι έρκεται λοιπόν, ήκαμε και κρύο, σκεπάζει με το μπουφάν του το Σπυρί και μου λέγει μάνι μάνι: Αν δεν έρθεις, θα ΄ρθω εγώ και στου βου το κέρατο να ψάξω, θα σε βρω. Ύστερα την άλλη μέρα ηπήρε την μπεντζίνα να φύγει και σημάδευε με το όπλο το φουγάρο μας μα εν τον άφησε ο Καρναβάς.

Είπε το λοιπόν ο πατέρας στη μάνα πως αν μου ερχόταν κάνα γράμμα να το ‘παιρνε εκείνη. Και είχα μια μέρα ένα γράμμα που το χαν δώκει στο Σπυρί κι ένα σ’ έναν αξάδερφο μου. Με φώναζε όξω ένας ένας να πάμε να βοσκήσουμε την κατσίκα και διάβαζα και τα γράμματα που ‘χε στείλει αυτός. Ο μπαμπάς τότε ήτο στη Λήμνο και η αδερφή μου γύρισε στη δουλειά της. Είχανε αλληλογραφία και της έγραφε πως για να πάω κι εγώ στην Αθήνα ήπρεπε να το πει αυτή, μα εκείνη ήλεε όχι, εν έπαιρνε την ευθύνη. Η Αργυρώ, πάντως, μου ‘γραφε γράμματα να κάμω υπομονή και πως όταν μου βρει δουλειά, θα πάω . Μα την Αθήνα εν την έβλεπα ούτε με κιάλια πια. Μια μέρα, παίρνω ένα γράμμα της που μου έλεε «άμα βρω δουλειά, α σου γράψω να ‘ρτεις» και το αλλάζω: «Σου βρήκα δουλειά και σου γράφω να ‘ρτεις».

Και έτσι ψήνω την μαμά και πηαίνω στην Αθήνα …

συνεχίζεται

(δημοσίευση: Δεκέμβριος 2008)

Η συνάντηση είχε ορισθεί για το ρέμα του Καρκιναγρίου. Τώρα χρησιμοποιείται κυρίως ως δρόμος, μα μετά τις βροχές κάθε Xειμώνα, τρέχει λίγο νερό τόπους τόπους. Όπως και εκείνη την μέρα, που ο νεαρός συναντήθηκε με την γυναίκα αυτή – ώριμης ηλικίας πια – για να του πει την δική της ιστορία μέσα στην μέση του δρόμου … ή του ρέματος. Καθίσανε σε μια πεζούλα και ο νεαρός πάτησε το κουμπί της εγγραφής:

Ήμουνα μικρό, επήαινα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, γύρω στα 7 χρονώ θα ήμουνα. Και ήθελε ο Πατέρας να με πάει στην Λαγκάδα, να μου αμολάκει τις γηστέρνες. Ήταν κάτω από την Παναγιά, απ’ όξω απ’ τον φράχτη, όξω απ’ την Λαγκάδα δηλαδή, πάνω ψηλά. Ούτε διάολος εν επερνούσε από ‘κει, δάσος μόνο και γκρίφια. Και φαντάσου πόσο μικρό ήμουνα που δεν ήξευρα ούτε την γηστέρνα να αμολάκω. Κάτι γηστέρνες σα πέλαγο κι εγώ ούτε κολύμπι ήξευρα, ούτε τίποτα. Και είπε α με πάρει μαζί του, απ’ το μονοπάτι, εν είχε δρόμο τότες και α μου βάζει σημάδια πώς α γυρίσω πίσω. Και του λεε η Μάνα, Θεός σχωρέστην: πού α το πας το μικρό; Πού α το πας που α ξοριστεί και δε θα μπορεί να γυρίσει; Τι είναι αυτά τα πράματα; Και με παίρνει κι ηπηέναμε απ’ τις δικοπιές και μου πέτρωνε ανάματα στο δρόμο κι μου ‘λεε μια ιστορία πως μια γυναίκα στο χωριό βγήκε προς νερού της κι έχασε τον δρόμο και βρήκε λέει τον αγωγό του νερού και εγύρισε πίσω. Καταλαβαίνεις, με προετοίμαζε μην και χαθώ να μην φοβούμαι.

Και πάμε στη Λαγκάδα. Μου αμολάει την πρώτη και προχωράμε απέσω μες τα γκρίφια και μου αμουλάει και την άλλη γηστέρνα. Έβαλε ξύλα για να μη φεύγει το νερό και μου είπε άμα φτάσει σε αυτό το σημείο θα βγάλεις αυτό κι άμα φτάσει στο άλλο το άλλο και σιγά σιγά, άμα αδειάσουν οι γηστέρνες α τις φράξεις κι α φύγεις. Παρασκευή βράδυ και την άλλη μέρα ήτο του γείτονα η μεριά. Ήταν οι μεριές τότε που ποτίζαμε. Φεύγει το λοιπόν κι εγώ κάθουμαι σε ένα κουτρουνάκι απάνου και ήτο ακόμα ήλιος αλλά ήφευγε εκείνη την ώρα μέσα απ’ τα βουνά. Κι εγώ, ως φαίνεται, κουρασμένη απ’ το σκολειό και τις δουλειές, κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος εκειά στο βουναλάκι και εκοιμήθηκα.

Και είδα όνειρο κακό: Πως εκειά που κοιμόμουν, ήμπλασα μέσα στη γηστέρνα και ηβούτηξα στον πάτο της. Ηκούναγα τα χέρια μέσα στο νερό να ανέβω πάνου μα του κάκου. Δεν ημπόρουν και να ανασάνω κι ένοιωθα πως θα σκαγα. Τότες, ήρτε μια μαύρη σκιά μέσα στο νερό. Μα ε με τρόμαξε. Ήρτε να με σώσει. Γλίστρησε κοντά μου και την ώρα που άπλωσα κι εγώ το χέρι να με πιάσει, ρουφήχτηκε η σκιά απ’ το πελέμι, απ’ το ξύλο δηλαδή που φράζει την γηστέρνα και το μόνο που πρόκαμε να μου δώκει ήτο δυο φτέρες. Μα δεν κατάφερε να με γλυτώκει κέφυε μακριά. Κράτησα μες το νερό από μια φτέρη σε κάθε χέρι κι άρχισα να τις κουνώ πάνω κάτου κι ανέβηκα λίγο πιο ψηλά, μα πάλι τι να το κάνεις, μέσα στο νερό ήμουνα. Ούρλιαζα με κλειστό το στόμα μην και καταπιώ νερό. Και τότε στην επιφάνεια είδα μια σχεδία και μια λευκή σκιά που έβαλε  το χέρι της να με πιάσει. Άπλωσα κι εγώ το δικό μου, με κράτησε καλά, εγώ με το άλλο ηκράτουν τις δυο φτέρες μου και με τράβηξε τελευταία στιγμή πριν σκάσω όξο απ’ το νερό.

Κάποια στιγμή ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω νύχτα. Κόβω δρόμο να πάω κοντά στην γηστέρνα και βλέπω όπως είχε βάλει ξύλα έτσι στο καλέμι γύρω γύρω, είχανε πάει άμμο και χαλίκια και εν είχε φύγει σταγόνα νερό. Σταγόνα νερό! Και πολεμάω να βγάλω τα ξύλα και ούτε ξύλα ενηβγαίνανε, ούτε τίποτα κι αρπάζω ένα φτυάρι κι ηπολέμουν τώρα, άκου το μυαλό μου, με τη γηστέρνα γεμάτη νερό να κουαλάω χώμα και να ρίχνω στο πελέμι. Και μου πέφτει το φτυάρι μέσα, αμεπώς εν έπεσα του λόου μου και στον ξύπνιο μου! Και μόλις πέφτει μέσα το φτυάρι, κόβω δρόμο και πάω τον κατήφορο και ησκλίριζα και ήκλαιγα. Πού να δω μονοπάτι εγώ που ήτο νύχτα; Και κατεβαίνω τα βουνά και ηφώναζα και ξεύρεις πού βρέθηκα; Στου Κισσέ τον ποταμό. Και ήτο πολύ νύχτα. Και με χάσαν στο χωριό, ε με βρίσκαν πουθενά και βγήκαν με το δαυλό να με ψάχνουν.  Κι ανεβαίναν κι όταν φτάσαν στις δικοπιές, λίγο πιο πάνω στο Κόκκινο Χώμα, ηφωνάζανε και σφυρίζανε. Εγώ τότες τους άκουσα κι άρχισα να φωνάζω και να βλέπω το δαυλό και εκειά με βρήκανε, στου Κισσέ τον ποταμό.

Πήρε το βλέμμα της από πάνω του και κοίταξε λίγο πιο πέρα, εκεί που τόση ώρα την περίμενε ο δεύτερος σύζυγος της, μια ήρεμη φυσιογνωμία ενός ασπρομάλλη ναυτικού. Ο πρώτος της άντρας χάθηκε νωρίς. Η γυναίκα χαιρέτησε το νεαρό και τον πλησίασε. Εκείνος την βοήθησε με ιδιαίτερη προσοχή να δρασκελίσει το μικρό ρέμα που ήταν μπροστά τους. Πιάστηκε με φόβο από πάνω του και έκανε ένα μικρό αλματάκι – σαν να πήδαγε όμως μια ολόκληρη θάλασσα. Περίμενε να περάσει και αυτός και απομακρύνθηκαν για το σπίτι τους.

(δημοσιεύση: Ιούλιος 2008)

Δεν είχε καταγράψει ποτέ την μαρτυρία ενός άντρα. Το κασετοφωνάκι του, είχε φιλοξενήσει, μέχρι τώρα, ιστορίες μόνο γυναικών. Ξεκίνησε για να τον συναντήσει, στο σπίτι του, το πιο κοντινό στο φάρο του Πάπα, όπου ζούσε εκεί μόνος του, χρόνια τώρα, από τότε που έκανε ένα μεγάλο ταξίδι σε όλον τον κόσμο. Έχασε το χρώμα της τοπολαλιάς του. Κάποιοι λένε πώς όλα αυτά τα χρόνια σπούδαζε, το τι, δεν το ξέρει όμως κανείς. Περνώντας απ’ τον δρόμο, πάνω απ’ την Μαύρη και κοιτώντας κάτω, προς την θάλασσα, τον έβλεπες που και που να κολυμπά, να φροντίζει το χωράφι του ή –παράξενο- τον άκουγες να μιλά και να τσακώνεται με κάποιον.
Ο νέος έφτασε στην σκοτεινή και ετοιμόρροπη καμάρα του, μπήκε μέσα και είδε τον γέρο να κάθεται στο χαμηλό τραπέζι της κουζίνας. Εκείνος δεν αντέδρασε, άναψε με ένα σπίρτο τη λάμπα πετρελαίου, του ‘βαλε μια κούπα κρασί κι έκατσε ξανά στο σκαμνί του. Έστρεψε το πρόσωπο στα παπούτσια του, έξυσε το κιτρινιασμένο μούσι του που ‘χε το ίδιο χρώμα με μικρά κομμάτια χόρτου μπλεγμένα στα σωθικά του και ρώτησε τον νέο:
– Ξεκινάμε; Ο νέος πάτησε το κουμπί της εγγραφής.

Το ξέρω, μ’ έχουν για λωλό, για αλαφρύ. Μα ποιος ζυγιάζει τις ψυχές των ανθρώπων και ποιος τον λογισμό; Και πώς είναι δυνατόν τούτη η ελαφράδα να βαραίνει τόσο; Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως από τα μικράτα μου ένιωθα σαν πούπουλο. Έπαιρνα φόρα απ’ τον πιο ψηλό βράχο της Μαύρης και πέταγα, μ’ ανοιχτά τα χέρια και το βλέμμα ψηλά στον Ήλιο! Στην Ικαριά είμαστε μαθόν, η αλαφράδα και οι πτήσεις είναι προπατορικό αμάρτημα. Κι η μάνα μου τα γυάλιζε τα φτερά μου και μου ‘λέγε:
– Άρτει η ώρα σου, Κωσταντή, άρτει!
– Και πώς θα το καταλάβω;
– Έννοια σου κι όταν είναι κάτι να σέβρη, σε βρίσκει έτοιμο. Τα σπλάχνα σου το καλούν. Γι’ αυτό ετοίμασε τα εσύ … κι έχει ο Θεός. Μόνο μη βιαστείς, ακόμα κι όταν οι άλλοι προχωρούν. Στάσου, γιατί πρέπει να πάρεις φόρα.

Κι μόλις μου τα γυάλιζε, πάταγε και μια τσιμπιά για να ‘ρθουν ο πόνος κι η χαρά στο ίσο τους.
Μα μην περιμένεις να σου πω καμία άλλη ιστορία για μένα, τον αιφνιδίασε ο γέρος. Το πώς επέταξα, το πώς έφαγα τα μούτρα μου, το αν πίστεψα και πού, το τι κατάφερα. Είδα πολλά, γνώρισα πολλούς ανθρώπους ή μάλλον τους παρατηρούσα όταν εκείνοι δεν με έβλεπαν. Μα είμαι μόνος μου, κοντεύει η ώρα της τελευταίας πτήσης – είμαι έτοιμος- και κανείς δεν θα βρεθεί να μου πει «ευχαριστώ» για αυτά που του πρόσφερα. Όχι γιατί είναι όλοι αχάριστοι, αλλά γιατί, τελικά, δεν πρόσφερα ποτέ τίποτα και σε κανέναν. Είμαι μόνος μου, μικρέ και φταίω εγώ. Οι άνθρωποί μου έφυγαν, στοίχειωσαν τις μνήμες μου κι ‘μένα μ’ έφαγε εκείνη η αλαφράδα, ο «ίλιγγος» που λέει και ο Ποιητής. Ανάθεμα με!

 

Ξαφνικά ο γέρος σταμάτησε. Κοίταξε τον πάτο της κούπας του και την ήπιε μονορούφι. Μούγκρισε. Στα μάτια του άνοιξαν κρουνοί δακρύων: Αχ ζωή, πιο στιγμή δεν μπορείς να γίνεις˙ αυτό είσαι και τίποτε άλλο. Τι είναι η νίκη για τους θνητούς, μικρέ μου; Ένα παξιμάδι που όσο και να το βουτάς, άλλος έχει το κύπελλο. Τι είναι η προδοσία, λεβέντη μου; Ένα όνομα που όταν συστηθήκατε παράκουσες γιατί σου φάνηκε γνωστό και βιάστηκες τα χαίρω πολύ. Η μοναξιά είναι η μόνη που σου ανήκει. Δεν είναι δυο οι λεπίδες που τις βλέπεις, μέλλον και παρελθόν. Κοίτα πιο κάτω, κοίτα στη βάση τους, ένα ψαλίδι είναι, που σου κόβει τα μαλλιά, ολοκάθαρο να δεις το πρόσωπο σου, χωρίς μια μπούκλα ψεύδους, μονάχα με τις αφέλειες της ενοχής. Ο μόνος είναι πάντα ένοχος, είτε γιατί βάρβαρα έπραξαν τα χέρια του, είτε γιατί του τα ‘χε δεμένα η καλοσύνη και δεν πήρε τσεκούρι και φωτιά να ξεπαστρέψει τον κήπο απ’ τα ζιζάνια της εποχής .Η ενοχή δεν είναι ούτε του θεού ούτε του διαβόλου. Είναι του ανθρώπου ˙ κίτρινο αστεράκι καρφιτσωμένο στο πέτο του, ένα αμετάκλητο εξιτήριο της Εδέμ, η πρωινή δυσάρεστη αναπνοή του, όταν μετά τα όνειρα – και είναι τόσο ζωντανά – ξυπνάς μονάχος. Ζωή είναι αυτό που σε καλεί να χάσεις για να χαθείς ο ίδιος . Τόσοι άνθρωποι, τόσες ζωές, τόσες ψυχές πέρασαν από τούτη δω τη γη και ούτε μια δε βιάστηκε να μην πεθάνει.
Τι είναι η μνήμη γιε μου; Για να κλαις, ένα κρεμμύδι που σου δόθηκε, για να το ξεφλουδίζεις!

Ο γέρος σώπασε κι έκλεισε τα μάτια του. Ο νέος μάζεψε τα πράγματα του κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ήξερε πως θα κάνει πολύ καιρό να ηχογραφήσει ξανά μαρτυρίες ανθρώπων. Δεν τον ένοιαξε αυτό, δεν του έκανε καν εντύπωση ότι ο γέρος, ενώ ο ίδιος πήγε να τον βρει απροειδοποίητα, φάνηκε να τον περιμένει. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν ότι το πρόσωπό του, του φαινόταν, κάπως, γνώριμο…

* Αυτήν την μαρτυρία την αφιερώνω στον αγαπημένο μας «Χρηστάκη», που πέταξε πολύ νωρίς μακριά μας και μας άφησε δίχως την αγκαλιά του, τα φτερά της μεγάλης του καρδιάς.

(δημοσίευση: Μάρτιος 2008)

Η μεσήλικας ζωγράφος από την Ικαρία, έχει γίνει παγκοσμίως γνωστή γιατί στα έργά της απεικονίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τα άκρα και τα μέλη του ανθρώπινου σώματος. Ο νεαρός, έκλεισε ραντεβού μαζί της, με αφορμή την έκθεσή της που εκείνες τις μέρες φιλοξενούσε μια γκαλερί των Αθηνών. Αρχικά τής πρότεινε να βρεθούν στα παρασκήνια της έκθεσης. Σπανίως έδινε συνεντεύξεις. Όταν όμως εκείνη πληροφορήθηκε την καταγωγή του, ζήτησε να βρεθούν σε μια ωραία ταβέρνα που ήξερε, για να της πεις και «τα νέα της Ικαριάς» μια που οι υποχρεώσεις της την κρατούσαν μακριά από το νησί. Μόνο την προφορά είχε κρατήσει και … τις μνήμες της. Συναντήθηκαν στην ταβέρνα, κατακαλόκαιρο. Εκείνη με ένα ελαφρύ φόρεμα που κάλυπτε όλο το σώμα της, το λαιμό, τα ακροδάχτυλα. Εκείνος με μπόλικο τρακ και φυσικά με το κασετοφωνάκι του, το οποίο, αφού έκατσαν και τους σέρβιραν νερό και κόκκινο κρασί, έβαλε μπρος:

Ήμασταν τρεις κόρες μες το σπίτι και η μάνα. Και ο Πατέρας ήλεε της μάνας: Έχω τέσσερις γυναίκες. Έτσι και ξωκοίλει καμιά, θα κόψω πρώτα το κεφάλι της μεγάλης και μετά των μικρών. Ακούεις η;
Τη Κυριάκή μόνο – γιατί τις άλλες μέρες είχαμε σκολειό και μετά δουλειές μέχρι το βράδυ- μαζεύονταν όλα τα μικρά εκειά στην εκκλησιά που ‘ταν και ο καφενές με τους γέρους. Ο μπαμπάς εμασάφηνε να πάμε ποτέ. Και ηλέαμε της μάνας:
– Πε του να μας αφήκει να πάμε λίγο στον καφενέ.
– Βρε δραγουμάνο σας αμε βάλετε; Εκείνη εν του λεγε τίποτα.
– Μα πε του.
– Μιλάει ελληνικά… μιλήστε του.
Κι όποτε ερχόταν η θειά, που εμείς την υπεραγαπούσαμε γιατί μας έκαμε ούλα τα χατήρια, του ‘λεε: Ατις πάρω λίγο κάτου στο σπίτι. Και μας έπαιρνε η συγχωρεμένη και ε μας επήαινε στο σπίτι αλλά στον καφενέ να παίξομε. Κι ηκαθόταν πάνου στην πεζούλα κι ηνύσταζε κι ημπάτερνε κι εμείς ηπαίζαμε. Και του λέει μιαβ βολάγ:
– Δε μου λες σε παρακαλώ, γιατί εν τις αφήνεις να κατέβουν στον καφενέ, τι φοβάσαι, μην στις κλέψει ο Τσάρος για ο Αλκιβιάδης; (δυο γέροι του χωριού).
– Απάνε όταν γίνουν 20 χρονώ.
Κι εμείς να κλαίμε, να μετράμε τις μέρες για μας εφαίνοντο πολλές που α πάμε τόσο χρονώ.
Μεγάλωσαμε λιγάκι το λοιπόν και στο Καρκινάγρι θυμάμαι είχανε ένα χορό στου Υδραυλικού. Ζήτησα από τον πατέρα να μ’ αφήκει να πάω μα μου ‘πε όχι γιατί νωρίς το πρωί θα σηκωνόμουν με τις μικρές μου αδερφές να πάμε στη Λαγκάδα, εκεια που έχει κάτι καρυδιές, πάνου από της Παναγιάς που είναι του Νιουνιούσκου, δε θα το ξεύρεις, έχει κάτι ρεματιές, είχαμε κάτι κήπους εκεί, κι ‘πρεπε να ποτίσουμε το χωράφι, να φουσκώσει, να το σκάψουμε να κάνομε αυλάκια και να φυτέψομε φασόλια. Καρουβάσουλα. Το μεσημέρι συναντώ ένα φίλο μου, τον Μίμη και μου λέγει:
– Άρτεις;
– Μπα, ε μάφηκε.
– Ξαναπέ του το.
– Έλα του το πεις εσύ.
Κι έρκεται λοιπόν και του λέγει ο Μίμης:
– Να τημ μπάρω που έχομε χορό κάτου;
Εκείνος κοιτούσε το πέλαγο και δεν απάντησε αμέσως. Ούτε και μας εκοίταξε.
– Ας έρτει…. αλλά στις οχτώμιση ώρα να ‘ναι ‘δω.
Ο χορός δε θα είχε αρχίσει στις οχτώμιση, μα ούτε και στις δέκα. Τότες ένειχαμε και ρολόγια, απιθαμές μετρούσαμε, με τον ήλιο. Και για να καθυστερήσω λίγο του λέω τάχα μου αθώα:
-Ναι, αλλά εγώ ένεχω ρολόι. Το βλέμμα του μπροστά!
– Έμπειραζει … έχω εγώ!
Και πάω λοιπό το καημένο και απ’ το φόβο μου εκοιτούσα τον κόσμο στα χέρια να δω ποιος είχε ρολόι μην τυχό και περάσει η ώρα. Μα εξεχάστηκα κι άργησα πολύ. Και γυρνώ σπίτι μουλωχτά και πάω στην φρέζα. Η φρέζα ήτο σα δώμα με ντιβάνι, ξύλα ηστήναμε, με κάτι καλάμια, σκεπαστό, πλατανόφυλλα, πλατανόκλαδα, εκειά στην άκρη της αυλής, είχε ωραίο δροσό. Και μόλις πάω να πέσω μες τη φρέζα… με βουτάει. Είχε ξαπλώσει ο μπαμπάς εκεί και με περίμενε. Με αρπάει και με φέρει μες το σπίτι. Και παίρνει τη σάουλα, ξεύρεις το σκοινί που δένουν τα ξύλα, διπλωμένο πολλές δίπλες. Οι άλλοι εκοιμούντο. Κι όπως μ’ εβάστα απ’ το χέρι, με δούλευγε με τη σάουλα και το σκοινί ηνέβαινε ψηλά κι ‘φερνε τα πράματα απ’ τα ράφια κάτου.
– Τι σου ‘πα εγώ κι εσύ τι έκαμες;
Κι αφού έφαγα όσες έφαγα, ητελείωσε το πανηγύρι και μάφηκε. Και το πρωί ξυπνάμε και δρόμο για τη Λαγκάδα. Δεν διαμαρτυρόμουν τότε και δεν είχε φουσκώσει ακόμα το σώμα μου. Κι ηκάναμε 60 αυλάκια και το βράδυ εγυρίσαμε. Τσουτ μιλιά! Μετά από λίγο καιρό ηφούσκωσε. Του ‘βαλε τις φωνές η μάνα και του συνέμπε τι έκαμε και ήκλαιε μετά ο πατέρας. Παιδί μου, ήθελε ο λόος του να είναι συμβόλαιο.

Το γκαρσόνι ήρθε να πάρει την παραγγελία και διέκοψε την αφήγηση. Ο νεαρός, σοκαρισμένος, είπε πως δεν ήθελε να φάει. Εκείνη, με το υπέροχο χαμόγελο της να δροσίζεται από τα δάκρυα της που μάχονταν κουτσά – στραβά να δικαιώσουν το χτες και να χαρίσουν ειρήνη στις μνήμες της, άπλωσε το χέρι και τον άφησε να ψηλαφίσει την παραμορφωμένη επιδερμίδα κάτω απ’ το λεπτό της ύφασμα, τον κοίταξε και χωρίς να στρέψει το βλέμμα της στον σερβιτόρο, παρήγγειλε:
– Φασόλια, δυο μερίδες … παρακαλώ.

(δημοσίευση: Δεκέμβριος 2007)

Η ηλικιωμένη γυναίκα τον υποδέχτηκε στην κάτασπρη αυλή της. Του είχε ήδη βάλει στο τραπέζι φρέσκο ψωμί, καθούρα, ελιές και δροσερό νερό. Του είπε πως ήξερε για το κασετοφωνάκι του και ότι αυτή τη φορά γύρευε συνταγές γιατί τις μαζεύανε στο σύλλογο. Του είπε επίσης, πως πριν αρχίσει να την ηχογραφεί θα του κάνει μια εξήγηση: Θα του δώσει μια συνταγή, τη συνταγή της ζωής, μα δε θα του αποκαλύψει όλα τα υλικά της, θα τον αφήσει να τα βρει μόνος του. Ο νεαρός παραξενεύτηκε, πρώτον γιατί δε καταλάβαινε πώς θα του δώσει συνταγή χωρίς όλα τα υλικά και δεύτερον, γιατί την ηλικιωμένη αυτή γυναίκα, δεν την λέγανε Ζωή. Μα πάτησε γρήγορα το κουμπί από το κασετοφωνάκι του, γιατί την είδε να κάθεται απέναντι του και να ξεκινά:

Μια μέρα έφευγε ο Πατέρας κι επήαινε στα χωράφια. Θα έμενε εκεί μια νύχτα. Η Μάνα ήταν στην Αθήνα στο γιατρό, εγώ και η αδερφή μου, ήμασταν μικρά τότε, πηαίναμε σχολείο. Και μας λέει:
– Αύριο αζυμώσετε.
– Αζυμώσουμε;
– Ναι, αζυμώσετε και ακάμετε ψωμί.
-Έγκξερουμε να ζυμώσουμε, του λέμε.
– Αμάθετε!
Εκοίταζε η μια την άλλη και σιγομουρμουρίζαμε
– Κι αμεπώς αζυμώσουμε;
Ηβλέπαμε τη μαμά που έκαμε το ζύμωμα, αλλά ενηξέραμε.
– Έχω φτιάξει το προζύμι και το πρωί αζυμώσετε. Έτσι ακάμετε, λέει ο μπαμπάς.
Ήταν αυστηρός. Σου λέει, έτσι αμάθεις. Και, βέβαια, τότε το αλεύρι ήταν δυσεύρετο. Ηπηαίναμε στο μύλο σιτάρι, κριθάρι και φορτωνόμαστε. Αλλά ήτο αραιά και πού. Σηκωνόμαστε λοιπόν το πρωί και θυμάμαι, ήταν μια σκάφη από πλατάνι. Την είχε ανοίξει ο συγχωρεμένος ο πάππους, τεράστια, τι να ‘γινε δαύτη, θα ΄λιωσε τώρα. Και τη γεμίζουμε αλεύρι, μέχρι 12 με 15 κιλά. Τώρα, εμείς ήμασταν δυο μικρά κοριτσάκια, τι χέρια να ‘χαμε! Και βάζουμε το προζύμι μέσα και ζεσταίναμε νερά και δωσ’ του ζύμωμα! Σου μιλάω για πολύ ζύμωμα γιατί ένηξεραμε πότε θα είναι έτοιμο αυτό το πράμα. Ζύμωμα και ζύμωμα και ζυμώναμε και ητσακονώμασταν.
– Έβαλες πιο πολύ αλεύρι.
– Όχι, εσύ έβαλες πιο πολύ νερό.
Ένα πράμα, ένα κακό, η μια απ’ τη μια πλευρά της σκάφης και η μια απ’ την άλλη, δυο σπιθαμές παιδιά..
– Ηξεύρεις πότε θα ‘χουν ανέβει τα ψωμιά;
–Όχι, εσύ;
– Όχι.
Και ηχώναμε μέσα τα δάχτυλα μας, όπως έκαμε η μαμά, να δούμε αν φουσκώνει. Τέλοσπάντων, μας συνέμπε κάποια στιγμή να ανάψωμε και το φούρνο.
– Και πότε θα’ ναι έτοιμος ο φούρνος;
– Κι αμεπού να ξεύρω;
Θυμάμαι τη μαμά που έλεγε, για να βάλεις ψωμί μέσα στο φούρνο, πρέπει να’ χουν ασπρίσει τα χείλη του. Και να καίμε ξύλα, να καίμε ξύλα και να λέμε, θα ‘σπρίσουν ποτέ αυτά τα χείλη να φύγει η μουτζούρα από μπροστά; Και δώσ’ του πάρ’ τα τα ξύλα και δώσ’ του πάρ’ τα.
Και μετά αρχίζει να ασπρίζει εκεί, αυτό το μέρος και λέμε, τώρα θα είναι έτοιμο να τα βάλουμε μέσα. Κι αρχίζουμε να βγάλουμε τα κάρβουνα, να βάλουμε την πανίστρα. Η πανίστρα ήταν ένα κοντάρι που στην άκρια είχε ένα κουρέλι που το βρέχαμε στο νερό και σκουπίζαμε το φούρνο καλά καλά κι έφευγε η καψαλέ. Μα πού να φτάσουμε να βάλουμε τα ψωμιά που ήμασταν μόμολα και ενηφτάναμε; Ηφέραμε κάτι μπακέτες και ανεβαίνουμε πάνου και δώστου βάλαμε το ψωμί μέσα, στα γρήγορα μην ξεπυρώσει ο φούρνος και δώσ’ του πάλι και τον κλείνουμε.
– Και τώρα ηξεύρεις πότε θα είναι έτοιμα;
-Όχι, εσύ;
-Όχι παναΐα μου.
Ο φόβος μας, παιδί μου, ο φόβος μας, μην τυχόν και πάει στράφι τ’ αλεύρι. Τέλοσπάντων, κατά τη γνώμη μας, ηκαταλάβαμε πότε περίπου να ήταν έτοιμο το ψωμί. Αν είναι, αν δεν είναι αφάμε ξύλο που απάει σύννεφο. Μπορεί να το χαλούσες, να το ‘καιγες ή να το ‘καμες λάσπη. Τα βγάλαμε λοιπόν, τα στήσαμε έτσι, να κρυώσουν και περιμέναμε να δούμε άμα άρτει τι ασυμβεί. Κι νασου κι έρκεται λοιπόν την άλλη μέρα και το βλέπει το ψωμί και κόβει και δοκιμάζει και… ηγέλα.
– Τι έγινε; Γιατί γελούμε; Ενείναι καλό; Ρωτάμε φοβισμένα.
– Παιδιά μου, ένεχω ξαναφάει πιο ωραίο ψωμί!
Αφρός ήτανε το ψωμί. Ένα ψωμί, αφρός, έτσι άσπρο. Φουσκωμένο αυτό απ’ το δούλεμα που του ρίξαμε απ’ την αγωνία μας, φουσκωμένα κι εμείς απ’ την περηφάνια.
Καλή σου όρεξη λοιπόν!

Η ηλικιωμένη κυρία τελείωσε την ιστορία της, σηκώθηκε, ήπιε το νερό που του έφερε, πήγε μέσα στο σπίτι της και ξάπλωσε. Ο νεαρός έμεινε μόνος. Άπλωσε το χέρι του, έκοψε μια μπουκιά ψωμί, το ΄βαλε στο στόμα του και το μασούλησε αργά, να νοιώσει τη γεύση του, μέχρι που να το καταπιεί.

(δημοσίευση: Αύγουστος 2007)